rainstorm
Pronunciation
/ˈreɪnˌstɔrm/

Ορισμός και σημασία του "rainstorm"στα αγγλικά

01

καταιγίδα, βροχόπτωση

a heavy rainfall
rainstorm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rainstorms
Παραδείγματα
They got soaked in the sudden rainstorm while hiking.
Βρέχτηκαν στον ξαφνικό καταιγισμό ενώ πεζοπορούσαν.

Λεξικό Δέντρο

rainstorm

rain

+

storm

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store