rainproof
Pronunciation
/ɹˈeɪnpɹuːf/

Ορισμός και σημασία του "rainproof"στα αγγλικά

01

αδιάβροχο, ανθεκτικό στο νερό

not permitting the passage of water
rainproof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rainproof
συγκριτικός βαθμός
more rainproof
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

rainproof

rain

+

proof

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store