Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rainmaker
01
δημιουργός βροχής, παραγωγός κέρδους
someone who plays an active role in the success of a business, particularly by making a lot of money for it
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rainmakers
02
δημιουργός βροχής, Ινδιάνος γιατρός που προσπαθεί να προκαλέσει βροχή
American Indian medicine man who attempt to make it rain



























