railway station
rail
ˈreɪl
ρειλ
way
weɪ
ουει
sta
steɪ
στει
tion
ʃən
σαν

Ορισμός και σημασία του "railway station"στα αγγλικά

Railway station
01

σιδηροδρομικός σταθμός, σταθμός

a place designed for goods or passengers to get on or off trains 
Dialectbritish flagBritish
railway station definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
railway stations
Παραδείγματα
She arrived at the railway station an hour early to catch her train to London. 

Έφτασε στον σιδηροδρομικό σταθμό μια ώρα νωρίτερα για να πιάσει το τρένο της για το Λονδίνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store