Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Railway
01
σιδηρόδρομος, σιδηροδρομική γραμμή
a track with rails along which trains run
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
railways
Παραδείγματα
He enjoys collecting miniature models of railway trains.
Απολαμβάνει να συλλέγει μικρογραφικά μοντέλα τρένων σιδηροδρόμων.
02
σιδηρόδρομος, σιδηροδρομική γραμμή
a system or network of tracks with the trains, organization, and people needed to operate them
Dialect
British
Λεξικό Δέντρο
railway
rail
way



























