Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Railroad
01
σιδηρόδρομος, σιδηροδρομικό δίκτυο
a system or network of tracks with the trains, organization, and people needed to operate them
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
railroads
Παραδείγματα
He works as an engineer for the local railroad company.
Εργάζεται ως μηχανικός στην τοπική εταιρεία σιδηροδρόμων.
02
σιδηρόδρομος, σιδηροδρομική γραμμή
a track with rails along which trains run
Dialect
American
Παραδείγματα
He enjoyed walking along the railroad, listening to the sounds of the passing trains.
Απολάμβανε το περπάτημα κατά μήκος του σιδηροδρόμου, ακούγοντας τους ήχους των τρένων που περνούσαν.
to railroad
01
μεταφέρω με σιδηρόδρομο, εκτελώ μεταφορά μέσω σιδηροδρόμου
transport by railroad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
railroad
γ΄ ενικό πρόσωπο
railroads
ενεστώτα μετοχή
railroading
απλός αόριστος
railroaded
παθητική μετοχή
railroaded
02
εξοπλίζω με σιδηροδρομικές γραμμές, παρέχω σιδηροδρομικές γραμμές
supply with railroad lines
03
επιβάλλω άδικα, αναγκάζω αδίκως
to unfairly compel someone or a group of people to to accept something such as a decision, rule, etc. quickly
Λεξικό Δέντρο
railroad
rail
road



























