Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Raillery
01
αστείο, φιλικό πείραγμα
a type of teasing and joking that is friendly and good-natured
Παραδείγματα
Their raillery about each other's cooking skills was a highlight of the dinner party.
Οι αστεϊσμοί τους για τις γαστρονομικές δεξιότητες του άλλου ήταν το αποκορύφωμα του δείπνου.
Λεξικό Δέντρο
raillery
rail



























