Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Raider
01
raider, θηρευτικός επενδυτής
a corporate investor who intends to take over a company by buying a controlling interest in its stock and installing new management
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
raiders
02
ληστής, εφορμητής
a person who attacks to steal or take goods, often in war or conflict
Παραδείγματα
The raider took their food.
Ο ληστής πήρε το φαγητό τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
raider
raid



























