ragout
rag
ræg
ραιγκ
out
aʊt
αουτ
rigout

Ορισμός και σημασία του "ragout"στα αγγλικά

01

ραγού

a dish of small pieces of meat boiled with vegetables and a variety of spices, originated in France 
ragout definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ragouts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ragout

rag

+

out

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store