rafter
raf
ˈræf
ραιφ
ter
tɜr
τερρ
/ɹˈɑːftɐ/

Ορισμός και σημασία του "rafter"στα αγγλικά

01

δοκός, ζυγός

a sloping structural member, typically made of wood or metal, that supports the roof and transfers its weight to the walls or other supports of a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rafters
02

σχεδονόμος, ταξιδιώτης με σχεδία

someone who travels by raft
to rafter
01

εξοπλίζω με δοκούς, τοποθετώ δοκούς

provide (a ceiling) with rafters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rafter
γ΄ ενικό πρόσωπο
rafters
ενεστώτα μετοχή
raftering
απλός αόριστος
raftered
παθητική μετοχή
raftered

Λεξικό Δέντρο

rafter
raft
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store