Radically
volume
British pronunciation/ɹˈædɪkli/
American pronunciation/ˈɹædɪkɫi/

Ορισμός και Σημασία του "radically"

01

ριζικά, ακραία

to an extreme or complete degree
radically definition and meaning
example
Example
click on words
The company decided to change its business strategy radically to adapt to the evolving market.
Η εταιρεία αποφάσισε να αλλάξει ριζικά τουακρήα τη στρατηγική της προκειμένου να προσαρμοστεί στην εξελισσόμενη αγορά.
After attending the workshop, her perspective on the topic shifted radically.
Μετά την παρακολούθηση του εργαστηρίου, η προοπτική της πάνω στο θέμα άλλαξε ριζικά.

word family

radic

Noun

radical

Adjective

radically

Adverb
download-mobile-app
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Langeek Mobile Application
Κατεβάστε την Εφαρμογή
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store