
Αναζήτηση
radically
01
ριζικά, ακραία
to an extreme or complete degree
Example
The company decided to change its business strategy radically to adapt to the evolving market.
Η εταιρεία αποφάσισε να αλλάξει ριζικά τουακρήα τη στρατηγική της προκειμένου να προσαρμοστεί στην εξελισσόμενη αγορά.
After attending the workshop, her perspective on the topic shifted radically.
Μετά την παρακολούθηση του εργαστηρίου, η προοπτική της πάνω στο θέμα άλλαξε ριζικά.
word family
radic
Noun
radical
Adjective
radically
Adverb

Συναφή Λέξεις