Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to radicalize
01
ριζοσπαστικοποιώ, εξτρεμιστικοποιώ
to cause a person to adopt extreme beliefs, ideologies, or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
radicalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
radicalizes
ενεστώτα μετοχή
radicalizing
απλός αόριστος
radicalized
παθητική μετοχή
radicalized
Παραδείγματα
The charismatic speaker had the ability to radicalize individuals with his extremist views on political change.
Ο χαρισματικός ομιλητής είχε την ικανότητα να ριζοσπαστικοποιεί τα άτομα με τις εξτρεμιστικές του απόψεις για την πολιτική αλλαγή.
Λεξικό Δέντρο
radicalize
radical
radic



























