to radicalize
ra
ˈræ
di
di
ca
lize
laɪz
laiz
radicalise

Ορισμός και σημασία του "radicalize"στα αγγλικά

to radicalize
01

ριζοσπαστικοποιώ, εξτρεμιστικοποιώ

to cause a person to adopt extreme beliefs, ideologies, or actions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
radicalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
radicalizes
ενεστώτα μετοχή
radicalizing
απλός αόριστος
radicalized
παθητική μετοχή
radicalized
Παραδείγματα
The charismatic speaker had the ability to radicalize individuals with his extremist views on political change. 

Ο χαρισματικός ομιλητής είχε την ικανότητα να ριζοσπαστικοποιεί τα άτομα με τις εξτρεμιστικές του απόψεις για την πολιτική αλλαγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store