Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to radicalize
01
ριζοσπαστικοποιώ, εξτρεμιστικοποιώ
to cause a person to adopt extreme beliefs, ideologies, or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
radicalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
radicalizes
ενεστώτα μετοχή
radicalizing
απλός αόριστος
radicalized
παθητική μετοχή
radicalized
Παραδείγματα
Online forums became breeding grounds where vulnerable individuals might have been radicalized by extremist propaganda.
Τα διαδικτυακά φόρουμ έγιναν εστίες όπου ευάλωτα άτομα μπορεί να ριζοσπαστικοποιήθηκαν από την εξτρεμιστική προπαγάνδα.
Λεξικό Δέντρο
radicalize
radical
radic



























