Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Radicalism
01
ριζοσπαστισμός, εξτρεμισμός
the belief in or support for major, fundamental changes in government or society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The movement gained support for its radicalism in addressing social inequalities.
Το κίνημα κέρδισε υποστήριξη για τον ριζοσπαστισμό του στην αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Λεξικό Δέντρο
radicalism
radical



























