Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Radicalism
01
ριζοσπαστισμός, εξτρεμισμός
the belief in or support for major, fundamental changes in government or society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Universities studied the impact of radicalism on historical revolutions.
Τα πανεπιστήμια μελέτησαν τον αντίκτυπο του ριζοσπαστισμού στις ιστορικές επαναστάσεις.
Λεξικό Δέντρο
radicalism
radical



























