radicalism
ra
ˈræ
di
di
ca
li
ˌlɪ
li
sm
zəm
zēm
/ɹˈædɪkəlˌɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "radicalism"στα αγγλικά

01

ριζοσπαστισμός, εξτρεμισμός

the belief in or support for major, fundamental changes in government or society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Universities studied the impact of radicalism on historical revolutions.
Τα πανεπιστήμια μελέτησαν τον αντίκτυπο του ριζοσπαστισμού στις ιστορικές επαναστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store