Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raddled
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
looking extremely tired, often due to stress or exhaustion
Παραδείγματα
The old man's raddled features showed a lifetime of struggle and endurance.
Τα κουρασμένα χαρακτηριστικά του γέρου έδειχναν μια ζωή αγώνα και αντοχής.
02
φθαρμένος, εξαντλημένος
used until no longer useful
Λεξικό Δέντρο
raddled
raddle



























