raddled
ra
ˈræ
ddled
dəld
dēld
riddled

Ορισμός και σημασία του "raddled"στα αγγλικά

01

εξαντλημένος, κουρασμένος

looking extremely tired, often due to stress or exhaustion 
raddled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most raddled
συγκριτικός βαθμός
more raddled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After several sleepless nights, she appeared raddled and frazzled. 

Μετά από αρκετές αγρυπνίες, φαινόταν εξουθενωμένη και κουρασμένη.

02

φθαρμένος, εξαντλημένος

used until no longer useful 
raddled definition and meaning

Λεξικό Δέντρο

raddled
raddle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store