Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quirk
01
ιδιοτροπία, παράξενο έθιμο
a strange attitude or habit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quirks
02
βαθουλωμένη λεπτομέρεια, διακοσμητική αυλάκωση
a small, recessed detail or groove used to create a visual transition or decorative element between different architectural features
to quirk
01
στρίβω απότομα, κάνω μια απότομη καμπή
twist or curve abruptly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
quirk
γ΄ ενικό πρόσωπο
quirks
ενεστώτα μετοχή
quirking
απλός αόριστος
quirked
παθητική μετοχή
quirked
Λεξικό Δέντρο
quirky
quirk



























