quirk
quirk
kwɜrk
κουερρκ
/kwˈɜːk/

Ορισμός και σημασία του "quirk"στα αγγλικά

01

ιδιοτροπία, παράξενο έθιμο

a strange attitude or habit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quirks
02

βαθουλωμένη λεπτομέρεια, διακοσμητική αυλάκωση

a small, recessed detail or groove used to create a visual transition or decorative element between different architectural features
to quirk
01

στρίβω απότομα, κάνω μια απότομη καμπή

twist or curve abruptly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
quirk
γ΄ ενικό πρόσωπο
quirks
ενεστώτα μετοχή
quirking
απλός αόριστος
quirked
παθητική μετοχή
quirked

Λεξικό Δέντρο

quirky
quirk
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store