quietude
quie
ˈkwaɪə
kvaie
tude
tju:d
tyood

Ορισμός και σημασία του "quietude"στα αγγλικά

01

ησυχία, γαλήνη

the condition of being calm and undisturbed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The garden's quietude allowed him to escape the noise of everyday life. 

Η ησυχία του κήπου του επέτρεψε να ξεφύγει από τον θόρυβο της καθημερινής ζωής.

Λεξικό Δέντρο

disquietude
inquietude
quietude
quiet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store