quietness
Pronunciation
/ˈkwaɪətnəs/

Ορισμός και σημασία του "quietness"στα αγγλικά

01

σιωπή, ησυχία

the property of making no sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ησυχία, σιγή

the state of being quiet
Παραδείγματα
He appreciated the quietness of the forest, where he could hear only the sounds of nature.
Εκτίμησε την ησυχία του δάσους, όπου μπορούσε να ακούσει μόνο τους ήχους της φύσης.

Λεξικό Δέντρο

quietness
quiet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store