Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quietness
01
σιωπή, ησυχία
the property of making no sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
quietness
quiet



























