quietness
quiet
ˈkwaɪət
κουαιετ
ness
nəs
νασ
quickness

Ορισμός και σημασία του "quietness"στα αγγλικά

01

σιωπή, ησυχία

the property of making no sound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

ησυχία, σιγή

the state of being quiet 
Παραδείγματα
The quietness of the early morning was the perfect time for reflection. 

Η ησυχία του πρωινού ήταν η τέλεια στιγμή για στοχασμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

quietness
quiet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store