Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Queue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
queues
Παραδείγματα
There was a queue outside the popular restaurant, with people eager to get a table.
Υπήρχε μια ουρά έξω από το δημοφιλές εστιατόριο, με ανθρώπους που ήθελαν να πάρουν ένα τραπέζι.
02
μια πλεξούδα, μια κοτσίδα
a length of hair gathered and fastened to hang down at the back of the head
Παραδείγματα
The queue was considered a mark of respect in that era.
Η κοτσίδα θεωρούνταν σημάδι σεβασμού εκείνη την εποχή.
03
ουρά, ακολουθία ουράς
(computing) a sequence of items such as tasks, commands, or messages arranged to be handled in order
Παραδείγματα
The email was stuck in the outgoing queue.
Το email είχε κολλήσει στην ουρά εξερχομένων.
to queue
01
παρατάσσομαι
to stand in a line of people waiting to do or buy something
Dialect
British
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
queue
γ΄ ενικό πρόσωπο
queues
ενεστώτα μετοχή
queuing
απλός αόριστος
queued
παθητική μετοχή
queued
Παραδείγματα
The customers often queue at the checkout counter during peak hours.
Οι πελάτες συχνά σχηματίζουν ουρά στο ταμείο κατά τις ώρες αιχμής.



























