quetch
quetch
kwɛʧ
κουετσ
/kwˈɛtʃ/

Ορισμός και σημασία του "quetch"στα αγγλικά

to quetch
01

παραπονιέμαι, γκρινιάζω

express complaints, discontent, displeasure, or unhappiness
to quetch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quetch
γ΄ ενικό πρόσωπο
quetches
ενεστώτα μετοχή
quetching
απλός αόριστος
quetched
παθητική μετοχή
quetched
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store