Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quetch
01
παραπονιέμαι, γκρινιάζω
express complaints, discontent, displeasure, or unhappiness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quetch
γ΄ ενικό πρόσωπο
quetches
ενεστώτα μετοχή
quetching
απλός αόριστος
quetched
παθητική μετοχή
quetched



























