queer
Pronunciation
/ˈkwɪɹ/

Ορισμός και σημασία του "queer"στα αγγλικά

01

παράξενος, ασυνήθιστος

deviating from what is considered conventional or expected
queer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
queerest
συγκριτικός βαθμός
queerer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The painting had a queer style, blending elements of abstraction with realism.
Ο πίνακας είχε ένα παράξενο στυλ, συνδυάζοντας στοιχεία αφαίρεσης με ρεαλισμό.
02

queer, που δεν ταιριάζει με τις παραδοσιακές κοινωνικές νόρμες

referring to individuals whose sexual orientation or gender identity does not fit traditional societal norms, including those who identify as LGBTQ+
Παραδείγματα
Emily learns about queer history and culture through educational resources and community events, deepening her understanding and empathy for diverse identities and experiences.
Η Emily μαθαίνει για την queer ιστορία και κουλτούρα μέσα από εκπαιδευτικούς πόρους και κοινωνικές εκδηλώσεις, εμβαθύνοντας την κατανόηση και την ενσυναίσθησή της για διαφορετικές ταυτότητες και εμπειρίες.
01

πουστης, ομοφυλόφιλος

offensive term for a homosexual man
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
queers
to queer
01

τοποθετώ σε επικίνδυνη, désavantageuse ή δύσκολη θέση

put in a dangerous, disadvantageous, or difficult position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
queer
γ΄ ενικό πρόσωπο
queers
ενεστώτα μετοχή
queering
απλός αόριστος
queered
παθητική μετοχή
queered
02

εμποδίζω, παρακωλύω

hinder or prevent (the efforts, plans, or desires) of
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store