Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
queer
01
παράξενος, ασυνήθιστος
deviating from what is considered conventional or expected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
queerest
συγκριτικός βαθμός
queerer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His behavior seemed queer, as if he was hiding something.
Η συμπεριφορά του φαινόταν παράξενη, σαν να κρύβει κάτι.
02
queer, που δεν ταιριάζει με τις παραδοσιακές κοινωνικές νόρμες
referring to individuals whose sexual orientation or gender identity does not fit traditional societal norms, including those who identify as LGBTQ+
Παραδείγματα
The queer community celebrates diversity and advocates for LGBTQ+ rights and visibility.
Η κοινότητα queer γιορτάζει την πολυμορφία και υποστηρίζει τα δικαιώματα και την ορατότητα των LGBTQ+.
Queer
01
πουστης, ομοφυλόφιλος
offensive term for a homosexual man
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
queers
to queer
01
τοποθετώ σε επικίνδυνη, désavantageuse ή δύσκολη θέση
put in a dangerous, disadvantageous, or difficult position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
queer
γ΄ ενικό πρόσωπο
queers
ενεστώτα μετοχή
queering
απλός αόριστος
queered
παθητική μετοχή
queered
02
εμποδίζω, παρακωλύω
hinder or prevent (the efforts, plans, or desires) of
Λεξικό Δέντρο
queerly
queerness
queer



























