quandary
quan
ˈkwɒn
kvon
da
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "quandary"στα αγγλικά

01

δίλημμα, αδιέξοδο

a state of uncertainty about what decision to make in a challenging situation 
quandary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quandaries
Παραδείγματα
She was in a quandary about whether to accept the risky job offer. 

Βρισκόταν σε ένα quandary σχετικά με το αν θα δεχόταν τη ριψοκίνδυνη προσφορά εργασίας.

02

δίλημμα, προβληματική κατάσταση

a problematic situation 
Παραδείγματα
The committee faced a quandary over how to allocate the limited funds. 

Η επιτροπή αντιμετώπισε ένα quandary σχετικά με τον τρόπο κατανομής των περιορισμένων κεφαλαίων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store