Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quandary
01
δίλημμα, αδιέξοδο
a state of uncertainty about what decision to make in a challenging situation
Παραδείγματα
I 'm in a quandary — both options seem equally risky.
Βρίσκομαι σε ένα δίλημμα — και οι δύο επιλογές φαίνονται εξίσου επικίνδυνες.
02
δίλημμα, προβληματική κατάσταση
a problematic situation
Παραδείγματα
The city 's housing quandary worsened with each passing year.
Το δίλημμα της στέγασης της πόλης χειροτέρευε με κάθε χρόνο που περνούσε.



























