Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quail
01
ορτύκι, κοινό ορτύκι
a small, short-tailed, ground-dwelling game bird with brownish plumage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quails
Παραδείγματα
The hunter's dog pointed motionlessly at a quail hiding in the tall grass.
Ο σκύλος του κυνηγού έδειξε ακίνητος σε ένα ορτύκι κρυμμένο στο ψηλό γρασίδι.
02
κρέας ορτύκι, σάρκα ορτύκι
the flesh of the quail bird, valued as food for its tender, lean, and flavorful meat
Παραδείγματα
The restaurant's signature dish was roasted quail served with a wild rice pilaf.
Το signature πιάτο του εστιατορίου ήταν ψητή ορτύκι σερβιρισμένη με πιλάφι άγριου ρυζιού.
to quail
01
τρεμουλιάζω, φοβάμαι
to experience or express the feeling of fear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
quail
γ΄ ενικό πρόσωπο
quails
ενεστώτα μετοχή
quailing
απλός αόριστος
quailed
παθητική μετοχή
quailed
Παραδείγματα
She began to quail at the thought of speaking in front of a large audience.
Άρχισε να τρομάζει με τη σκέψη του να μιλήσει μπροστά σε ένα μεγάλο ακροατήριο.



























