Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quagmire
01
βάλτος, τέλμα
a soft, muddy area of land that is difficult to traverse or escape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quagmires
Παραδείγματα
Hikers found themselves stuck in a quagmire of mud after heavy rainfall flooded the trail.
Οι πεζοπόροι βρέθηκαν κολλημένοι σε ένα βάλτο λάσπης αφού οι βροχές πλημμύρισαν το μονοπάτι.
02
βάλτος, δύσκολη κατάσταση
a complex, difficult, or hazardous situation
Παραδείγματα
The political debate quickly devolved into a quagmire of conflicting opinions and personal attacks.
Η πολιτική συζήτηση γρήγορα εκ degenerated σε ένα βάλτο αντιφατικών απόψεων και προσωπικών επιθέσεων.
Λεξικό Δέντρο
quagmire
quag
mire



























