Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Banishment
01
εξορία, απόβαση
the act of forcing someone to leave a place or country as a punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court considered banishment as an alternative to imprisonment for the offender.
Το δικαστήριο εξέτασε την εξορία ως εναλλακτική λύση στη φυλάκιση για τον παραβάτη.
02
εξορία, οστρακισμός
the state of being banished or ostracized (excluded from society by general consent)
Λεξικό Δέντρο
banishment
banish



























