Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Banishment
01
εξορία, απόβαση
the act of forcing someone to leave a place or country as a punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He faced banishment from the village.
Αντιμετώπισε την εξορία από το χωριό.
02
εξορία, οστρακισμός
the state of being banished or ostracized (excluded from society by general consent)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
banishment
banish



























