to puzzle out
pu
ˈpʌ
pa
zzle
zəl
zēl
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "puzzle out"στα αγγλικά

to puzzle out
01

επιλύω, καταλαβαίνω

find the solution to (a problem or question) or understand the meaning of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
puzzle
ενεστώτας
puzzle out
γ΄ ενικό πρόσωπο
puzzles out
ενεστώτα μετοχή
puzzling out
απλός αόριστος
puzzled out
παθητική μετοχή
puzzled out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store