to push back
push
pʊʃ
πουσ
back
bæk
μπαικ

Ορισμός και σημασία του "push back"στα αγγλικά

to push back
01

απωθώ, σπρώχνω πίσω

cause to move back by force or influence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
pushing back
απλός αόριστος
pushed back
παθητική μετοχή
pushed back
02

αντιτίθεμαι, αντιστέκομαι

to resist, object to, or challenge something such as a plan, rule, or demand 
Παραδείγματα
Employees pushed back against the new policy. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store