Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push around
01
εξουσιοδοτώ, διατάζω αυθαίρετα
to rudely or threateningly give orders to someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push around
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes around
ενεστώτα μετοχή
pushing around
απλός αόριστος
pushed around
παθητική μετοχή
pushed around
Παραδείγματα
Ever since he got promoted, he thinks he can push everyone around.
Από τότε που προήχθη, νομίζει ότι μπορεί να διατάζει όλους.



























