purifier
pu
ˈpjʊə
pyue
ri
ri
fier
faɪə
faie

Ορισμός και σημασία του "purifier"στα αγγλικά

01

καθαριστής, φίλτρο

a device that cleans air, water, or other substances by removing pollutants, making them safer or more pleasant to use 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purifiers
Παραδείγματα
The air purifier in the office filters out dust and allergens, improving indoor air quality. 

Ο καθαριστής αέρα στο γραφείο φιλτράρει τη σκόνη και τα αλλεργιογόνα, βελτιώνοντας την ποιότητα του εσωτερικού αέρα.

Λεξικό Δέντρο

purifier
purify
pur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store