purgatory
pur
ˈpɜ:
περ
ga
γκα
to
τα
ry
ri
ρι

Ορισμός και σημασία του "purgatory"στα αγγλικά

01

καθαρτήριο, κατάσταση εξαγνισμού

in certain Christian beliefs, a temporary state of purification for souls after death, preparing them for entry into heaven 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
In Catholic theology, believers may undergo purification in purgatory to achieve holiness before entering heaven. 

Στην καθολική θεολογία, οι πιστοί μπορούν να υποβληθούν σε κάθαρση στον καθαρτήριο για να επιτύχουν αγιότητα πριν εισέλθουν στον παράδεισο.

02

καθαρτήριο, καθαρτήριο

a temporary state of suffering or hardship, often as a transitional or corrective experience 
Παραδείγματα
Waiting for the exam results felt like purgatory. 

Η αναμονή για τα αποτελέσματα των εξετάσεων έμοιαζε με καθαρτήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

purgatory
purge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store