purgative
pur
ˈpɜ:
ga
tive
tɪv
tiv
putative

Ορισμός και σημασία του "purgative"στα αγγλικά

01

καθαρτικό, υπακτικό

a substance that promotes bowel movements to relieve constipation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
purgatives
Παραδείγματα
The doctor recommended a purgative to relieve constipation. 

Ο γιατρός συνέστησε ένα καθαρτικό για να ανακουφίσει τη δυσκοιλιότητα.

01

καθαρτικό, ισχυρό καθαρτικό

strongly laxative 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most purgative
συγκριτικός βαθμός
more purgative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, health, treatment

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

purgative
purge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store