Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to purchase
01
αγοράζω, προμηθεύομαι
to get goods or services in exchange for money or other forms of payment
Transitive: to purchase goods or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purchase
γ΄ ενικό πρόσωπο
purchases
ενεστώτα μετοχή
purchasing
απλός αόριστος
purchased
παθητική μετοχή
purchased
Παραδείγματα
The family has recently purchased a new car for their daily commute.
Η οικογένεια αγόρασε πρόσφατα ένα καινούριο αυτοκίνητο για τις καθημερινές μετακινήσεις της.
Purchase
01
αγορά, κτήση
the act of acquiring something by paying for it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purchases
Παραδείγματα
Purchase of real estate often involves legal documentation.
Η αγορά ακινήτων συχνά περιλαμβάνει νομική τεκμηρίωση.
02
αγορά, πρόσκτηση
a thing obtained through buying
Παραδείγματα
Online purchases can be returned within 30 days.
Οι αγορές online μπορούν να επιστραφούν εντός 30 ημερών.
03
πιάσιμο, στήριγμα
the grip or advantage gained through positioning or leverage, enabling force to be applied effectively
Παραδείγματα
The carpenter checked the tool 's purchase before cutting.
Ο ξυλουργός έλεγξε τη λαβή του εργαλείου πριν κόψει.
Λεξικό Δέντρο
purchaser
purchasing
repurchase
purchase



























