to purchase
pur
ˈpɜ:
chase
ʧɪs
chis

Ορισμός και σημασία του "purchase"στα αγγλικά

to purchase
01

αγοράζω, προμηθεύομαι

to get goods or services in exchange for money or other forms of payment 
Transitive: to purchase goods or services
to purchase definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purchase
γ΄ ενικό πρόσωπο
purchases
ενεστώτα μετοχή
purchasing
απλός αόριστος
purchased
παθητική μετοχή
purchased
Παραδείγματα
Consumers often purchase goods and services to meet their needs and desires. 

Οι καταναλωτές συχνά αγοράζουν αγαθά και υπηρεσίες για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους.

01

αγορά, κτήση

the act of acquiring something by paying for it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purchases
Παραδείγματα
The purchase of the car required careful budgeting. 

Η αγορά του αυτοκινήτου απαιτούσε προσεκτικό προγραμματισμό προϋπολογισμού.

02

αγορά, πρόσκτηση

a thing obtained through buying 
Παραδείγματα
Her latest purchase was a vintage dress. 

Η τελευταία της αγορά ήταν ένα βιντεζ φόρεμα.

03

πιάσιμο, στήριγμα

the grip or advantage gained through positioning or leverage, enabling force to be applied effectively 
Παραδείγματα
The climber sought a good purchase on the rock face. 

Ο αναρριχητής αναζητούσε μια καλή πιάσιμο στην πέτρινη επιφάνεια.

Λεξικό Δέντρο

purchaser
purchasing
repurchase
purchase
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store