Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punitive
01
τιμωρητικός, πειθαρχικός
intended to punish or discipline someone for wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company implemented punitive measures against employees who violated company policies.
Η εταιρεία εφάρμοσε τιμωρητικά μέτρα εναντίον των υπαλλήλων που παραβίασαν τις πολιτικές της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
punitively
punitive
pun



























