punitive
pu
ˈpju:
πγου
ni
nɪ
νι
tive
tɪv
τιβ
putative

Ορισμός και σημασία του "punitive"στα αγγλικά

01

τιμωρητικός, πειθαρχικός

intended to punish or discipline someone for wrongdoing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, justice, discipline
Παραδείγματα
The company implemented punitive measures against employees who violated company policies. 

Η εταιρεία εφάρμοσε τιμωρητικά μέτρα εναντίον των υπαλλήλων που παραβίασαν τις πολιτικές της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

punitively
punitive
pun
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store