Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punitive
01
τιμωρητικός, πειθαρχικός
intended to punish or discipline someone for wrongdoing
Παραδείγματα
The punitive damages awarded in the lawsuit aimed to deter similar misconduct in the future.
Οι τιμωρητικές αποζημιώσεις που απονεμήθηκαν στη δίκη είχαν ως στόχο να αποτρέψουν παρόμοια αδικήματα στο μέλλον.
Λεξικό Δέντρο
punitively
punitive
pun



























