Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pummel
01
χτυπώ συνεχώς, δέρνω
to repeatedly beat someone or something with force, often using the fists
Transitive: to pummel sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pummel
γ΄ ενικό πρόσωπο
pummels
ενεστώτα μετοχή
pummelling
απλός αόριστος
pummelled
παθητική μετοχή
pummelled
Παραδείγματα
The boxer managed to pummel his opponent into submission during the match.
Ο πυγμάχος κατάφερε να χτυπήσει τον αντίπαλό του μέχρι να υποταχθεί κατά τη διάρκεια του αγώνα.



























