Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pummel
01
χτυπώ συνεχώς, δέρνω
to repeatedly beat someone or something with force, often using the fists
Transitive: to pummel sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pummel
γ΄ ενικό πρόσωπο
pummels
ενεστώτα μετοχή
pummelling
απλός αόριστος
pummelled
παθητική μετοχή
pummelled
Παραδείγματα
Frustrated with the situation, she angrily pummeled the pillow on her bed.
Απογοητευμένη από την κατάσταση, χτύπησε με θυμό το μαξιλάρι στο κρεβάτι της.



























