to pummel
pu
ˈpʌ
pa
mmel
məl
mēl
pommel

Ορισμός και σημασία του "pummel"στα αγγλικά

to pummel
01

χτυπώ συνεχώς, δέρνω

to repeatedly beat someone or something with force, often using the fists 
Transitive: to pummel sb/sth
to pummel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pummel
γ΄ ενικό πρόσωπο
pummels
ενεστώτα μετοχή
pummelling
απλός αόριστος
pummelled
παθητική μετοχή
pummelled
Παραδείγματα
The boxer managed to pummel his opponent into submission during the match. 

Ο πυγμάχος κατάφερε να χτυπήσει τον αντίπαλό του μέχρι να υποταχθεί κατά τη διάρκεια του αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store