Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Band-Aid
01
επιδέσμος, αυτοκόλλητη γάζα
a small sticky strip used to cover and protect an injuriy, typically a cut
Dialect
American
Παραδείγματα
She reached into her purse and pulled out a Band-Aid, offering it to her coworker who had just gotten a paper cut.
Έβαλε το χέρι της στην τσάντα της και έβγαλε ένα επιθεματικό, προσφέροντάς το στον συνάδελφό της που μόλις είχε κοπεί από χαρτί.
02
κουκκίδα, βιαστική επισκευή
hurried repair



























