Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pulverize
01
λεπτοκοκκίζω, τρίβω
to crush or grind something into a fine powder or particles, often through mechanical means or forceful impact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pulverize
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulverizes
ενεστώτα μετοχή
pulverizing
απλός αόριστος
pulverized
παθητική μετοχή
pulverized
Παραδείγματα
The machine was able to pulverize rocks into gravel for construction purposes.
Η μηχανή μπόρεσε να θρυμματίσει πέτρες σε χαλίκι για κατασκευαστικούς σκοπούς.
02
κονιοποιώ, μετατρέπω σε σκόνη
become powder or dust
03
κονιορτοποιώ, καταστρέφω ολοκληρωτικά
destroy completely



























