Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pulverize
01
λεπτοκοκκίζω, τρίβω
to crush or grind something into a fine powder or particles, often through mechanical means or forceful impact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pulverize
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulverizes
ενεστώτα μετοχή
pulverizing
απλός αόριστος
pulverized
παθητική μετοχή
pulverized
Παραδείγματα
The blender 's blades can pulverize fruits and vegetables into smooth juices.
Οι λεπίδες του μπλέντερ μπορούν να τρίψουν φρούτα και λαχανικά σε ομαλά χυμούς.
02
κονιοποιώ, μετατρέπω σε σκόνη
become powder or dust
03
κονιορτοποιώ, καταστρέφω ολοκληρωτικά
destroy completely



























