Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bamboozle
01
εξαπατώ, γελώ
to trick someone, often by confusing or misleading them with clever or deceptive tactics
Transitive: to bamboozle sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bamboozle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bamboozles
ενεστώτα μετοχή
bamboozling
απλός αόριστος
bamboozled
παθητική μετοχή
bamboozled
Παραδείγματα
The salesman bamboozled customers into buying unnecessary products by using high-pressure sales tactics.
Ο πωλητής εξαπάτησε τους πελάτες να αγοράσουν αχρείαστα προϊόντα χρησιμοποιώντας τακτικές πίεσης πωλήσεων.



























