Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bamboozle
01
εξαπατώ, γελώ
to trick someone, often by confusing or misleading them with clever or deceptive tactics
Transitive: to bamboozle sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bamboozle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bamboozles
ενεστώτα μετοχή
bamboozling
απλός αόριστος
bamboozled
παθητική μετοχή
bamboozled
Παραδείγματα
The con artist bamboozled the elderly couple into giving him their life savings by promising fake investments.
Ο απατεώνας εξαπάτησε το ηλικιωμένο ζευγάρι για να του δώσουν τις οικονομίες τους υποσχόμενος ψεύτικες επενδύσεις.



























