publicist
Pronunciation
/ˈpəbɫɪsɪst/

Ορισμός και σημασία του "publicist"στα αγγλικά

01

δημοσιογράφος, ειδικός δημοσίων σχέσεων

a person whose job is to make a new actor, product, etc. known to the public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
publicists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store