psychology
psy
saɪ
σαι
cho
ˈkɒ
κο
lo
λα
gy
ʤi
τζι
psephology

Ορισμός και σημασία του "psychology"στα αγγλικά

01

ψυχολογία

a field of science that studies the mind, its functions, and how it affects behavior 
psychology definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She studied psychology to understand how the human mind works. 

Μελέτησε ψυχολογία για να κατανοήσει πώς λειτουργεί το ανθρώπινο μυαλό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

psychologist
psychology
psycho
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store