Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Psalter
01
ψαλτήριο, βιβλίο των ψαλμών
a book containing the Psalms used in religious worship
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
psalters
Παραδείγματα
The monk carried a psalter to the chapel.
Ο μοναχός κουβάλησε ένα ψαλτήριο στο παρεκκλήσι.



























