psalm
psalm
sɑ:m
saam

Ορισμός και σημασία του "psalm"στα αγγλικά

01

ψαλμός, ψαλμός

one of the sacred songs or prayers in the Book of Psalms in the Old Testament 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
psalms
Παραδείγματα
The choir sang a psalm during the service. 

Η χορωδία τραγούδησε έναν ψαλμό κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.

02

ψαλμός, ύμνος

any holy poem, song, or hymn, especially the ones in the Book of Psalms, used in Christian and Jewish worship 
to psalm
01

ψαλμωδώ, τραγουδώ ψαλμούς

sing or celebrate in psalms 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
psalm
γ΄ ενικό πρόσωπο
psalms
ενεστώτα μετοχή
psalming
απλός αόριστος
psalmed
παθητική μετοχή
psalmed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store