ballroom
Pronunciation
/ˈbɔɫˌɹum/

Ορισμός και σημασία του "ballroom"στα αγγλικά

01

αίθουσα χορού, μεγάλη αίθουσα χορού

an extremely large room that is primarily used for formal dancing
ballroom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ballrooms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store