prowess
prowess
praʊɪs
prawis
professprocess

Ορισμός και σημασία του "prowess"στα αγγλικά

01

επιδεξιότητα, εξαιρετική κατοχή

exceptional skill, expertise, or mastery in a particular field or activity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His prowess on the basketball court was unmatched; his agility and precision left opponents in awe. 

Η prowess του στο γήπεδο μπάσκετ ήταν απαράμιλλη· η ευκινησία και η ακρίβειά του άφηναν τους αντιπάλους σε δέος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store