Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prowess
01
επιδεξιότητα, εξαιρετική κατοχή
exceptional skill, expertise, or mastery in a particular field or activity
Παραδείγματα
The company 's success was attributed to the collective prowess of its team, whose innovative ideas and collaborative efforts propelled it to new heights.
Η επιτυχία της εταιρείας αποδόθηκε στη συλλογική επιδεξιότητα της ομάδας της, της οποίας οι καινοτόμες ιδέες και οι συνεργατικές προσπάθειες την ώθησαν σε νέα ύψη.



























