prowess
prowess
praʊəs
πραουασ
British pronunciation
/pɹˈa‍ʊɛs/

Ορισμός και σημασία του "prowess"στα αγγλικά

01

επιδεξιότητα, εξαιρετική κατοχή

exceptional skill, expertise, or mastery in a particular field or activity
example
Παραδείγματα
The company 's success was attributed to the collective prowess of its team, whose innovative ideas and collaborative efforts propelled it to new heights.
Η επιτυχία της εταιρείας αποδόθηκε στη συλλογική επιδεξιότητα της ομάδας της, της οποίας οι καινοτόμες ιδέες και οι συνεργατικές προσπάθειες την ώθησαν σε νέα ύψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store