provider
Pronunciation
/pɹəˈvaɪdɝ/

Ορισμός και σημασία του "provider"στα αγγλικά

01

προμηθευτής, πάροχος

a person, company, or organization that offers goods or services to customers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
providers
Παραδείγματα
As a service provider, he ensures customer satisfaction with timely deliveries.
Ως προμηθευτής υπηρεσιών, διασφαλίζει την ικανοποίηση των πελατών με έγκαιρες παραδόσεις.
02

προμηθευτής, πάροχος

someone who provides the means for subsistence
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store