Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ballot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ballots
Παραδείγματα
Each ballot was checked for accuracy before distribution.
Κάθε ψηφοδέλτιο ελέγχθηκε για ακρίβεια πριν από τη διανομή.
1.1
ψηφοδέλτιο, ψηφοφορία
a choice or selection determined by counting the votes of those eligible
Παραδείγματα
The council counted the ballots to choose the chairperson.
Το συμβούλιο μέτρησε τις ψηφοδέλτιες για να επιλέξει τον πρόεδρο.
to ballot
01
ψηφίζω, εκλέγω
to formally vote or make a choice, especially in elections, by marking a paper
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ballot
γ΄ ενικό πρόσωπο
ballots
ενεστώτα μετοχή
balloting
απλός αόριστος
balloted
παθητική μετοχή
balloted
Παραδείγματα
The shareholders will gather at the annual meeting to ballot on crucial company decisions.
Οι μέτοχοι θα συγκεντρωθούν στην ετήσια συνέλευση για να ψηφίσουν για κρίσιμες αποφάσεις της εταιρείας.



























