Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to protract
01
παρατείνω, επεκτείνω
to extend a period of time or duration
Transitive: to protract a process or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
protract
γ΄ ενικό πρόσωπο
protracts
ενεστώτα μετοχή
protracting
απλός αόριστος
protracted
παθητική μετοχή
protracted
Παραδείγματα
She protracted the meeting by discussing irrelevant topics.
Παρέτεινε τη συνάντηση συζητώντας άσχετα θέματα.
Λεξικό Δέντρο
protracted
protractible
protract



























