Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to protract
01
παρατείνω, επεκτείνω
to extend a period of time or duration
Transitive: to protract a process or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
protract
γ΄ ενικό πρόσωπο
protracts
ενεστώτα μετοχή
protracting
απλός αόριστος
protracted
παθητική μετοχή
protracted
Παραδείγματα
We are protracting the project timeline due to unforeseen delays.
Επεκτείνουμε το χρονοδιάγραμμα του έργου λόγω απρόβλεπτων καθυστερήσεων.
Λεξικό Δέντρο
protracted
protractible
protract



























