Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prostrate
01
προσκυμμένος, ξαπλωμένος στο έδαφος
stretched out and lying at full length along the ground
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prostrate
συγκριτικός βαθμός
more prostrate
διαβαθμίσιμο
02
προσκυνημένος, ξαπλωμένος με το πρόσωπο κάτω
lying face downward
to prostrate
01
καταβάλλω, εξουθενώνω
to completely overwhelm or weaken someone physically, mentally or emotionally, making them unable to function normally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prostrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
prostrates
ενεστώτα μετοχή
prostrating
απλός αόριστος
prostrated
παθητική μετοχή
prostrated
Παραδείγματα
His injuries had prostrated him to the point of delirium.
Οι τραυματισμοί του τον είχαν καταβάλει σε σημείο παραλήρηματος.
02
προσκυνώ, ξαπλώνω με το πρόσωπο κάτω
to flatten oneself out lying face down, conveying total submission or humbling before another
Παραδείγματα
Throughout the prayer ritual, the congregation prostrated themselves towards Mecca.
Κατά τη διάρκεια της τελετής προσευχής, η συγκέντρωση προσκύνησε προς τη Μέκκα.
03
προσκυνώ, πέφτω κάτω
throw down flat, as on the ground



























