Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prospect
01
πανόραμα, θέα
a visual view, scene, or panorama of a particular region or landscape
Παραδείγματα
From the hilltop, the prospect of the valley was breathtaking.
Από την κορυφή του λόφου, η θέα της κοιλάδας ήταν συναρπαστική.
02
προοπτική, μέλλον
the likelihood or possibility of something becoming successful in the future
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prospects
Παραδείγματα
The job offer came with excellent career prospects for advancement.
Η προσφορά εργασίας ήρθε με εξαιρετικές προοπτικές καριέρας για προαγωγή.
03
προοπτική, πιθανότητα
a belief, expectation, or mental image of what the future may hold
Παραδείγματα
The prospect of a promotion motivated her to work harder.
Η προοπτική της προαγωγής την παρακίνησε να εργαστεί πιο σκληρά.
Παραδείγματα
She’s a strong prospect for the leadership position.
Είναι μια δυνατή προοπτική για τη θέση της ηγεσίας.
05
πρόγνωση, προοπτική
a forecast of how a disease or medical condition is likely to develop
Παραδείγματα
Early diagnosis improved the prospect for a full cure.
Η πρώιμη διάγνωση βελτίωσε τις προοπτικές για πλήρη θεραπεία.
to prospect
01
αναζητώ, διερευνώ
to explore or examine an area in order to find useful or valuable substances, such as minerals or oil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prospect
γ΄ ενικό πρόσωπο
prospects
ενεστώτα μετοχή
prospecting
απλός αόριστος
prospected
παθητική μετοχή
prospected
Παραδείγματα
Geologists prospected the mountains for traces of gold.
Οι γεωλόγοι προσπέλασαν τα βουνά για ίχνη χρυσού.
02
προσκοπώ, αναζητώ
to look carefully for something desirable, valuable, or advantageous
Παραδείγματα
The company prospected potential clients in the new city.
Η εταιρεία διερεύνησε πιθανούς πελάτες στη νέα πόλη.



























