prose
prose
prəʊz
prewz
probeproleproveprise

Ορισμός και σημασία του "prose"στα αγγλικά

01

πεζός λόγος

spoken or written language in its usual form, in contrast to poetry 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proses
Παραδείγματα
Her writing style is characterized by clear and concise prose, making her novels accessible to a wide audience. 

Το στυλ γραφής της χαρακτηρίζεται από σαφή και συνοπτική πεζογραφία, κάνοντας τα μυθιστορήματά της προσβάσιμα σε ένα ευρύ κοινό.

02

πεζός λόγος, συνηθισμένη γλώσσα

language or expression that is factual, commonplace, or lacking imaginative flair 
Παραδείγματα
His speech was filled with ordinary prose rather than inspiration. 

Η ομιλία του ήταν γεμάτη με συνηθισμένη πεζογραφία παρά έμπνευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store